G1916 — 1 wystąpień
G1916 · ἐπιβοάω (epiboaō) · to cry out — ἐπι-βοάω , -ῶ ; to cry out : Act.25:24 (Rec., for βοάω, which see).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Mdr 1
-
Mdr 14,1
LXX · V.PMI3S
πλοῦν τις πάλιν στελλόμενος καὶ ἄγρια μέλλων διοδεύειν κύματα τοῦ φέροντος αὐτὸν πλοίου σαθρότερον ξύλον ἐπιβοᾶται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)