G182 — 3 wystąpień
G182 · ἀκατάστατος (akatastatos) · restless — ἀ-κατά-στατος , -ον (καθίστημι), ; [in LXX: Isa.54:11 (סֹעֲרָה) ;] ; unsettled , unstable : Jas.1:8, 3:8 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Iz 1Jk 2
-
Iz 54,11
LXX · A.NSF
ταπεινὴ καὶ ἀκατάστατος οὐ παρεκλήθης ἰδοὺ ἐγὼ ἑτοιμάζω σοὶ ἄνθρακα τὸν λίθον σου καὶ τὰ θεμέλιά σου σάπφειρον -
Jk 1,8
SBLGNT · ----NSM-
ἀνὴρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ. -
Jk 3,8
SBLGNT · ----NSN-
τὴν δὲ γλῶσσαν οὐδεὶς δαμάσαι δύναται ἀνθρώπων· ἀκατάστατον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)