G180 — 1 wystąpień
G180 · ἀκατάπαυστος (akatapaustos) · unceasing — ἀκατάπαυστος , -ον ; (καταπαύω), ; that cannot cease, not to be restrained : with genitive of thing(s), 2Pe.2:14 , T, Tr. txt.†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 P 1
-
2 P 2,14
SBLGNT · ----APM-
ὀφθαλμοὺς ἔχοντες μεστοὺς μοιχαλίδος καὶ ἀκαταπαύστους ἁμαρτίας, δελεάζοντες ψυχὰς ἀστηρίκτους, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίας ἔχοντες, κατάρας τέκνα,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)