G1769 — 2 wystąpień
G1769 · ἐννεός (enneos) · speechless — ἐνεός ; (Rec. ἐνν-), -οῦ, ὁ [in LXX: Isa.56:10 (אִלֵּם), Ep. Jer.41:1-18; ἐ. ποιεῖν, Pro.17:28 * ;] ; dumb, speechless : Act.9:7. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Iz 1Ba 1
-
Iz 56,10
LXX · A.NPM
ἴδετε ὅτι πάντες ἐκτετύφλωνται οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι πάντες κύνες ἐνεοί οὐ δυνήσονται ὑλακτεῖν ἐνυπνιαζόμενοι κοίτην φιλοῦντες νυστάξαι -
Ba 6,40
LXX · A.ASM
ἔτι δὲ καὶ αὐτῶν τῶν Χαλδαίων ἀτιμαζόντων αὐτά οἵ ὅταν ἴδωσιν ἐνεὸν οὐ δυνάμενον λαλῆσαι προσενεγκάμενοι τὸν Βῆλον ἀξιοῦσιν φωνῆσαι ὡς δυνατοῦ ὄντος αὐτοῦ αἰσθέσθαι
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)