G1743 — 8 wystąpień
G1743 · ἐνδυναμόω (endunamoō) · to strengthen — ἐν-δυναμόω , -ῶ ; [in LXX: Jdg.6:34 , 1Ch.12:18 A (לָבַשׁ), Psa.52:7 (עָזַז)* ;] ; to make strong, strengthen : with accusative, of person(s), Php.4:13 , 1Ti.1:12 , 2Ti.4:17 . Pass., Act.9:22; C. dative, Rom.4:20; before ἐν, 2Ti.2:1 (ἐν Κυρίῳ),… [STEPBible CC BY]
Sdz 1Dz 1Rz 1Ef 1Flp 11 Tm 12 Tm 2
-
Sdz 6,34
LXX · V.AAI3S
καὶ πνεῦμα κυρίου ἐνεδυνάμωσεν τὸν Γεδεων καὶ ἐσάλπισεν ἐν κερατίνῃ καὶ ἐφοβήθη Αβιεζερ ὀπίσω αὐτοῦ -
Dz 9,22
SBLGNT · 3IPI-S--
Σαῦλος δὲ μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ συνέχυννεν τοὺς Ἰουδαίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ χριστός. -
Rz 4,20
SBLGNT · 3API-S--
εἰς δὲ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ θεοῦ οὐ διεκρίθη τῇ ἀπιστίᾳ ἀλλὰ ἐνεδυναμώθη τῇ πίστει, δοὺς δόξαν τῷ θεῷ -
Ef 6,10
SBLGNT · 2PPD-P--
Τοῦ λοιποῦ ἐνδυναμοῦσθε ἐν κυρίῳ καὶ ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. -
Flp 4,13
SBLGNT · -PAPDSM-
πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με. -
1 Tm 1,12
SBLGNT · -AAPDSM-
Χάριν ἔχω τῷ ἐνδυναμώσαντί με Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν, ὅτι πιστόν με ἡγήσατο θέμενος εἰς διακονίαν, -
2 Tm 2,1
SBLGNT · 2PPD-S--
Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, -
2 Tm 4,17
SBLGNT · 3AAI-S--
ὁ δὲ κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέν με, ἵνα δι’ ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσωσιν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)