G1738 — 2 wystąpień
G1738 · ἔνδικος (endikos) · just — ἔνδικος , -ον; (δίκη), ; righteous, just : Rom.3:8 , Heb.2:2 (Cremer, 204).† ; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 1Hbr 1
-
Rz 3,8
SBLGNT · ----NSN-
καὶ μὴ καθὼς βλασφημούμεθα καὶ καθώς φασίν τινες ἡμᾶς λέγειν ὅτι Ποιήσωμεν τὰ κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά; ὧν τὸ κρίμα ἔνδικόν ἐστιν. -
Hbr 2,2
SBLGNT · ----ASF-
εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)