G1735 — 2 wystąpień
G1735 · ἐνδέχομαι (endechomai) · be possible — έν-δέχομαι ; [in LXX: Psa.119:122 (עָרַב), 2Ma.11:18 * ;] ; __1. to admit, approve. ; __2. to be possible ; impers., ἑνδέχεται, it is possible : with accusative and inf., Luk.13:33 (Cremer, 687).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Dn 1
-
2 Mch 11,18
LXX · V.PMPAPN
ὅσα μὲν οὖν ἔδει καὶ τῷ βασιλεῖ προσενεχθῆναι διεσάφησα ἃ δὲ ἦν ἐνδεχόμενα συνεχώρησεν -
Dn 2,11
LXX · V.PMI3S
καὶ ὁ λόγος ὃν ζητεῖς βασιλεῦ βαρύς ἐστι καὶ ἐπίδοξος καὶ οὐδείς ἐστιν ὃς δηλώσει ταῦτα τῷ βασιλεῖ εἰ μήτι ἄγγελος οὗ οὐκ ἔστι κατοικητήριον μετὰ πάσης σαρκός ὅθεν οὐκ ἐνδέχεται γενέσθαι καθάπερ οἴει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)