G1703 — 3 wystąpień
G1703 · ἐμπαίκτης (empaiktēs) · a mocker — ἐμ-παίκτης , -ου, ὁ; (ἐμπαίζω, which see), [in LXX: Isa.3:4 (תַּעֲלוּל) * ;] ; a mocker : 2Pe.3:3 , Ju 18 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Iz 12 P 1Jud 1
-
Iz 3,4
LXX · N.NPM
καὶ ἐπιστήσω νεανίσκους ἄρχοντας αὐτῶν καὶ ἐμπαῖκται κυριεύσουσιν αὐτῶν -
2 P 3,3
SBLGNT · ----NPM-
τοῦτο πρῶτον γινώσκοντες ὅτι ἐλεύσονται ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἐν ἐμπαιγμονῇ ἐμπαῖκται κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι -
Jud 1,18
SBLGNT · ----NPM-
ὅτι ἔλεγον ὑμῖν· Ἐπ’ ἐσχάτου χρόνου ἔσονται ἐμπαῖκται κατὰ τὰς ἑαυτῶν ἐπιθυμίας πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)