G1675 — 3 wystąpień
G1675 · Ἑλληνιστής (Hellēnistēs) · Hellenist — Ἑλληνιστής , -οῦ, ὁ; (Ἑλληνίζω, to Hellenize, affect Greek customs), ; a Hellenist (RV, Grecian Jew): Act.6:1 9:29 11:20 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Dz 3
-
Dz 6,1
SBLGNT · ----GPM-
Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. -
Dz 9,29
SBLGNT · ----APM-
ἐλάλει τε καὶ συνεζήτει πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς· οἱ δὲ ἐπεχείρουν ἀνελεῖν αὐτόν. -
Dz 11,20
SBLGNT · ----APM-
ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες ἐλθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν καὶ πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν κύριον Ἰησοῦν.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)