G1592 — 5 wystąpień
G1592 · ἐκμυκτηρίζω (ekmuktērizō) · to ridicule — ἐκ-μυκτηρίζω ; [in LXX: Psa.2:4 22:7 35:16 (לָעַג), I Est.1:51 A* ;] ; to hold up the nose in derision at, scoff at : with accusative, Luk.16:14 23:35 .†; (AS) [STEPBible CC BY]
Ps 3Łk 2
-
Ps 2,4
LXX · V.FAI3S
ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτούς καὶ ὁ κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς -
Ps 22,8
LXX · V.AAI3P
πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισάν με ἐλάλησαν ἐν χείλεσιν ἐκίνησαν κεφαλήν -
Ps 35,16
LXX · V.API3P
ἐπείρασάν με ἐξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμόν ἔβρυξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας αὐτῶν -
Łk 16,14
SBLGNT · 3IAI-P--
Ἤκουον δὲ ταῦτα πάντα οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες, καὶ ἐξεμυκτήριζον αὐτόν. -
Łk 23,35
SBLGNT · 3IAI-P--
καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς θεωρῶν. ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες λέγοντες· Ἄλλους ἔσωσεν, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ χριστὸς τοῦ θεοῦ, ὁ ἐκλεκτός.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)