G1467 — 4 wystąpień
G1467 · ἐγκρατεύομαι (egkrateuomai) · to self-control — ἐγκρατεύομαι , depon., ; [in LXX for אפק, Gen.43:31 , 1Ki.13:12 , Est.5:10 א 3 * ;] ; to exercise self-control: 1Co.7:9; with accusative, πάντα (see Bl., 91), 1Co.9:25. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Rdz 11 Sm 11 Kor 2
-
Rdz 43,31
LXX · V.AMI3S
καὶ νιψάμενος τὸ πρόσωπον ἐξελθὼν ἐνεκρατεύσατο καὶ εἶπεν παράθετε ἄρτους -
1 Sm 13,12
LXX · V.AMI1S
καὶ εἶπα νῦν καταβήσονται οἱ ἀλλόφυλοι πρός με εἰς Γαλγαλα καὶ τοῦ προσώπου τοῦ κυρίου οὐκ ἐδεήθην καὶ ἐνεκρατευσάμην καὶ ἀνήνεγκα τὴν ὁλοκαύτωσιν -
1 Kor 7,9
SBLGNT · 3PMI-P--
εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν, κρεῖττον γάρ ἐστιν γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι. -
1 Kor 9,25
SBLGNT · 3PMI-S--
πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)