G146 — 2 wystąpień
G146 · αἰσχροκερδής (aischrokerdēs) · greedy — αἰσχροκερδής , -ες ; (αἰσχρός, κέρδος), ; greedy of base gains : 1Ti.3:3 ,8 Abbot-Smith omits 1Ti.3:3 , Tit.1:7. †; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Tm 1Tt 1
-
1 Tm 3,8
SBLGNT · ----APM-
Διακόνους ὡσαύτως σεμνούς, μὴ διλόγους, μὴ οἴνῳ πολλῷ προσέχοντας, μὴ αἰσχροκερδεῖς, -
Tt 1,7
SBLGNT · ----ASM-
δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)