G1455 — 3 wystąpień
G1455 · ἐγκάθετος (egkathetos) · a spy — ἐνκάθετος (Rec. ἐγκ-), -αν ; (ἐγκαθίημι), [in LXX: Job.31:9 (אָרַב), Job.19:12 * ;] ; suborned to lie in wait, lying in wait : as subst., Luk.20:20. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Hi 2Łk 1
-
Hi 19,12
LXX · A.NSM
ὁμοθυμαδὸν δὲ ἦλθον τὰ πειρατήρια αὐτοῦ ἐπ᾿ ἐμοὶ ταῖς ὁδοῖς μου ἐκύκλωσάν με ἐγκάθετοι -
Hi 31,9
LXX · A.NSM
εἰ ἐξηκολούθησεν ἡ καρδία μου γυναικὶ ἀνδρὸς ἑτέρου εἰ καὶ ἐγκάθετος ἐγενόμην ἐπὶ θύραις αὐτῆς -
Łk 20,20
SBLGNT · ----APM-
Καὶ παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς δικαίους εἶναι, ἵνα ἐπιλάβωνται αὐτοῦ λόγου, ὥστε παραδοῦναι αὐτὸν τῇ ἀρχῇ καὶ τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ ἡγεμόνος.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)