G145 — 2 wystąpień
G145 · αἰσθητήριον (aisthētērion) · sense — αἰσθητήριον , -ου, τό ; (αἰσθάνομαι), [in LXX: Jer.4:19 (קִיר), 4Ma.2:22 * ;] ; sense, organ of perception : Heb.5:14 (MM, VGT , see word).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Jr 1Hbr 1
-
Jr 4,19
LXX · N.APN
τὴν κοιλίαν μου τὴν κοιλίαν μου ἀλγῶ καὶ τὰ αἰσθητήρια τῆς καρδίας μου μαιμάσσει ἡ ψυχή μου σπαράσσεται ἡ καρδία μου οὐ σιωπήσομαι ὅτι φωνὴν σάλπιγγος ἤκουσεν ἡ ψυχή μου κραυγὴν πολέμου -
Hbr 5,14
SBLGNT · ----APN-
τελείων δέ ἐστιν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)