G1414 — 3 wystąpień
G1414 · δυνατέω (dunateō) · be able — δυνατέω , -ῶ; (δυνατός), ; to be able, be powerful, mighty : with inf., Rom.14:4 , 2Co.9:8 ; absol., opposite to ἀσθενῶ 2Co.13:3. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 12 Kor 2
-
Rz 14,4
SBLGNT · 3PAI-S--
σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ, δυνατεῖ γὰρ ὁ κύριος στῆσαι αὐτόν. -
2 Kor 9,8
SBLGNT · 3PAI-S--
δυνατεῖ δὲ ὁ θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν· -
2 Kor 13,3
SBLGNT · 3PAI-S--
ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ· ὃς εἰς ὑμᾶς οὐκ ἀσθενεῖ ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ὑμῖν,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)