G1389 — 3 wystąpień
G1389 · δολόω (doloō) · to distort — δολόω , -ῶ; (δόλος) [in LXX: Psa.15:3 (רָגַל), Psa.36:2 (חָלַק hi.) * ;] ; __1. to ensnare . ; __2. As of wine, to adulterate, corrupt : τ. λόγον τ. θεοῦ, 2Co.4:2. †; SYN. : καπηλεύω which see (AS) [STEPBible CC BY]
Ps 22 Kor 1
-
Ps 15,3
LXX · V.AAI3S
ὃς οὐκ ἐδόλωσεν ἐν γλώσσῃ αὐτοῦ οὐδὲ ἐποίησεν τῷ πλησίον αὐτοῦ κακὸν καὶ ὀνειδισμὸν οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ τοὺς ἔγγιστα αὐτοῦ -
Ps 36,3
LXX · V.AAI3S
ὅτι ἐδόλωσεν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ εὑρεῖν τὴν ἀνομίαν αὐτοῦ καὶ μισῆσαι -
2 Kor 4,2
SBLGNT · -PAPNPM-
ἀλλὰ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστάνοντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ θεοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)