G1383 — 4 wystąpień
G1383 · δοκίμιον (dokimion) · testing — δοκίμιον , -ου, τό ; [in LXX: Pro.17:3 27:21 (מִצְרֵף) * ;] ; usually regarded as a variant form of δοκιμεῖον, a test , and so perh. Jas.1:3 (see Mayor, in l), but see next word (cf. Cremer, 212, 702).†; (AS) [STEPBible CC BY]
Ps 1Prz 1Jk 11 P 1
-
Ps 12,7
LXX · N.NSN
τὰ λόγια κυρίου λόγια ἁγνά ἀργύριον πεπυρωμένον δοκίμιον τῇ γῇ κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως -
Prz 34,21
LXX · N.NSN
δοκίμιον ἀργύρῳ καὶ χρυσῷ πύρωσις ἀνὴρ δὲ δοκιμάζεται διὰ στόματος ἐγκωμιαζόντων αὐτόν καρδία ἀνόμου ἐκζητεῖ κακά καρδία δὲ εὐθὴς ἐκζητεῖ γνῶσιν -
Jk 1,3
SBLGNT · ----NSN-
γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν· -
1 P 1,7
SBLGNT · ----NSN-
ἵνα τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως πολυτιμότερον χρυσίου τοῦ ἀπολλυμένου διὰ πυρὸς δὲ δοκιμαζομένου εὑρεθῇ εἰς ἔπαινον καὶ δόξαν καὶ τιμὴν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)