G1371 — 3 wystąpień
G1371 · διχοτομέω (dichotomeō) · to cut in two — διχοτομέω , -ῶ; (διχοτόμος, δίχα, τέμνω), [in LXX: Exo.29:17 (נָתַח pi.) ;] ; to cut in two, cut asunder : perh. metaphorically of severe scourging (but see Meyer on Mt, l.with, and cf. 1Ki.15:33 , 2Ki.12:31 , Heb.11:37 ), Mat.24:51 , Luk.12… [STEPBible CC BY]
Wj 1Mt 1Łk 1
-
Wj 29,17
LXX · V.FAI2S
καὶ τὸν κριὸν διχοτομήσεις κατὰ μέλη καὶ πλυνεῖς τὰ ἐνδόσθια καὶ τοὺς πόδας ὕδατι καὶ ἐπιθήσεις ἐπὶ τὰ διχοτομήματα σὺν τῇ κεφαλῇ -
Mt 24,51
SBLGNT · 3FAI-S--
καὶ διχοτομήσει αὐτὸν καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. -
Łk 12,46
SBLGNT · 3FAI-S--
ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, καὶ διχοτομήσει αὐτὸν καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)