G1365 — 2 wystąpień
G1365 · διστάζω (distazō) · to doubt — διστάζω ; (δίς), ; to doubt, hesitate : Mat.14:31 28:17 .†; SYN. : ἀπορέω, διαπορέω, διακρίνομαι, μετεωρίζομαι (see DCG , i, 491) (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 2
-
Mt 14,31
SBLGNT · 2AAI-S--
εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας; -
Mt 28,17
SBLGNT · 3AAI-P--
καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν, οἱ δὲ ἐδίστασαν.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)