G1338 — 2 wystąpień
G1338 · διϊκνέομαι (diikneomai) · to penetrate — δι-ικνέομαι (Rec. διϊκ-), -οῦμαι , ; [in LXX for בָּרַח hi., Exo.26:28 * ;] ; to go through, penetrate : Heb.4:12. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Wj 1Hbr 1
-
Wj 26,28
LXX · V.PMD3S
καὶ ὁ μοχλὸς ὁ μέσος ἀνὰ μέσον τῶν στύλων διικνείσθω ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κλίτους εἰς τὸ ἕτερον κλίτος -
Hbr 4,12
SBLGNT · -PMPNSM-
Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)