G1329 — 7 wystąpień
G1329 · διερμηνεύω (diermēneuō) · to interpret — δι-ερμηνεύω ; [in LXX: 2Ma.1:36 * ;] ; intensive of ἐρμηνεύω, to interpret ; ; __(a) to explain, expound : with accusative, Luk.24:27; absol., 1Co.12:30 14:5 14:13 14:27 ; ; __(b) to translate : Act.9:36. †; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Łk 1Dz 11 Kor 4
-
2 Mch 1,36
LXX · V.PPI3S
προσηγόρευσαν δὲ οἱ περὶ τὸν Νεεμιαν τοῦτο νεφθαρ ὃ διερμηνεύεται καθαρισμός καλεῖται δὲ παρὰ τοῖς πολλοῖς νεφθαι -
Łk 24,27
SBLGNT · 3AAI-S--
καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. -
Dz 9,36
SBLGNT · -PPPNSF-
Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἔργων ἀγαθῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. -
1 Kor 12,30
SBLGNT · 3PAI-P--
μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσιν; μὴ πάντες διερμηνεύουσιν; -
1 Kor 14,5
SBLGNT · 3PAS-S--
θέλω δὲ πάντας ὑμᾶς λαλεῖν γλώσσαις, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων δὲ ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσαις, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ, ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβῃ. -
1 Kor 14,13
SBLGNT · 3PAS-S--
Διὸ ὁ λαλῶν γλώσσῃ προσευχέσθω ἵνα διερμηνεύῃ. -
1 Kor 14,27
SBLGNT · 3PAD-S--
εἴτε γλώσσῃ τις λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος, καὶ εἷς διερμηνευέτω·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)