G1318 — 5 wystąpień
G1318 · διδακτός (didaktos) · taught — διδακτός , -ή, -όν; (διδάσκω), [in LXX: Isa.54:13 (לִמּוּד), 1Ma.4:7 * ;] ; __1. that can be taught . ; __2. taught ; with genitive, of source of teaching (in cl., poët. only); ; __(a) of persons : δ. θεοῦ, Jhn.6:45 (LXX); ; __(b) of things, … [STEPBible CC BY]
1 Mch 1Iz 1J 11 Kor 2
-
1 Mch 4,7
LXX · A.NPM
καὶ εἶδον παρεμβολὴν ἐθνῶν ἰσχυρὰν καὶ τεθωρακισμένην καὶ ἵππον κυκλοῦσαν αὐτήν καὶ οὗτοι διδακτοὶ πολέμου -
Iz 54,13
LXX · A.APM
καὶ πάντας τοὺς υἱούς σου διδακτοὺς θεοῦ καὶ ἐν πολλῇ εἰρήνῃ τὰ τέκνα σου -
J 6,45
SBLGNT · ----NPM-
ἔστιν γεγραμμένον ἐν τοῖς προφήταις· Καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ θεοῦ· πᾶς ὁ ἀκούσας παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ μαθὼν ἔρχεται πρὸς ἐμέ. -
1 Kor 2,13
SBLGNT · ----DPM-
ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν διδακτοῖς πνεύματος, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες. -
1 Kor 2,13
SBLGNT · ----DPM-
ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν διδακτοῖς πνεύματος, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)