G131 — 2 wystąpień
G131 · αἱμορροέω (ahimorroeō) · to bleed — αἱμορροέω , ; (αἷμα, ῥέω), [in LXX: Lev.15:33 (דָּוֶה) * ;] ; to lose blood, suffer from a flow of blood (Hipp.): Mat.9:20. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Kpł 1Mt 1
-
Kpł 15,33
LXX · V.PAPDSF
καὶ τῇ αἱμορροούσῃ ἐν τῇ ἀφέδρῳ αὐτῆς καὶ ὁ γονορρυὴς ἐν τῇ ῥύσει αὐτοῦ τῷ ἄρσενι ἢ τῇ θηλείᾳ καὶ τῷ ἀνδρί ὃς ἂν κοιμηθῇ μετὰ ἀποκαθημένης -
Mt 9,20
SBLGNT · -PAPNSF-
Καὶ ἰδοὺ γυνὴ αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)