G1280 — 4 wystąpień
G1280 · διαπορέω (diaporeō) · be perplexed — δι-απορέω , -ῶ ; [in Sm.: Psa.77:5 , Dan.2:1 * ;] ; to be quite at a loss, be in great perplexity : absol., Act.2:12; before διὰ τό, with inf., Luk.9:7; περί, Act.5:24; ἐν ἑαυτῷ, Act.10:17. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Łk 1Dz 3
-
Łk 9,7
SBLGNT · 3IAI-S--
Ἤκουσεν δὲ Ἡρῴδης ὁ τετραάρχης τὰ γινόμενα πάντα, καὶ διηπόρει διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι Ἰωάννης ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, -
Dz 2,12
SBLGNT · 3IAI-P--
ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ διηπόρουν, ἄλλος πρὸς ἄλλον λέγοντες· Τί θέλει τοῦτο εἶναι; -
Dz 5,24
SBLGNT · 3IAI-P--
ὡς δὲ ἤκουσαν τοὺς λόγους τούτους ὅ τε στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, διηπόρουν περὶ αὐτῶν τί ἂν γένοιτο τοῦτο. -
Dz 10,17
SBLGNT · 3IAI-S--
Ὡς δὲ ἐν ἑαυτῷ διηπόρει ὁ Πέτρος τί ἂν εἴη τὸ ὅραμα ὃ εἶδεν, ἰδοὺ οἱ ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ὑπὸ τοῦ Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν οἰκίαν τοῦ Σίμωνος ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν πυλῶνα,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)