G1251 — 3 wystąpień
G1251 · διακούω (diakouō) · to give a hearing — δι-ακούω ; [in LXX: Deu.1:16 (שׁמע), Job.9:33 (יָד שִׁית hi.)* ;] ; to hear through, hear fully ; technically, to hear judicially (as De, l.with; of. Deiss., BS , 230): Act.23:35. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Pwt 1Hi 1Dz 1
-
Pwt 1,16
LXX · V.PAD2P
καὶ ἐνετειλάμην τοῖς κριταῖς ὑμῶν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λέγων διακούετε ἀνὰ μέσον τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν καὶ κρίνατε δικαίως ἀνὰ μέσον ἀνδρὸς καὶ ἀνὰ μέσον ἀδελφοῦ καὶ ἀνὰ μέσον προσηλύτου αὐτοῦ -
Hi 9,33
LXX · V.PAPNSM
εἴθε ἦν ὁ μεσίτης ἡμῶν καὶ ἐλέγχων καὶ διακούων ἀνὰ μέσον ἀμφοτέρων -
Dz 23,35
SBLGNT · 1FMI-S--
Διακούσομαί σου, ἔφη, ὅταν καὶ οἱ κατήγοροί σου παραγένωνται· κελεύσας ἐν τῷ πραιτωρίῳ τοῦ Ἡρῴδου φυλάσσεσθαι αὐτόν.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)