G1226 — 2 wystąpień
G1226 · διαβεβαιόω (diabebaioō) · to insist — δια-βεβαιόομαι , -οῦμαι ; to affirm confidently : Tit.3:8; before περί, 1Ti.1:7 (Cremer, 140).†; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Tm 1Tt 1
-
1 Tm 1,7
SBLGNT · 3PMI-P--
θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσιν μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται. -
Tt 3,8
SBLGNT · -PMN----
Πιστὸς ὁ λόγος, καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσιν καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες θεῷ. ταῦτά ἐστιν καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις·
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)