G1185 — 3 wystąpień
G1185 · δελεάζω (deleazō) · to entice — δελεάζω ; (δέλεαρ, a bait ), ; to allure by a bait : metaphorically, to allure, entice : with accusative, 2Pe.2:14, 18 ; pass., Jas.1:14. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Jk 12 P 2
-
Jk 1,14
SBLGNT · -PPPNSM-
ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος· -
2 P 2,14
SBLGNT · -PAPNPM-
ὀφθαλμοὺς ἔχοντες μεστοὺς μοιχαλίδος καὶ ἀκαταπαύστους ἁμαρτίας, δελεάζοντες ψυχὰς ἀστηρίκτους, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίας ἔχοντες, κατάρας τέκνα, -
2 P 2,18
SBLGNT · 3PAI-P--
ὑπέρογκα γὰρ ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν ἐν ἐπιθυμίαις σαρκὸς ἀσελγείαις τοὺς ὀλίγως ἀποφεύγοντας τοὺς ἐν πλάνῃ ἀναστρεφομένους,
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)