G1183 — 3 wystąpień
G1183 · δεκατόω (dekatoō) · to tithe — δεκατόω , -ῶ, ; = cl. -τεύω (δεκάτη), [in LXX: Neh.10:37 (38) (עשׂר pi.) * ;] ; to take tithe of : with accusative of person(s), Heb.7:6; pass. to pay tithe : Heb.7:9. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Ne 1Hbr 2
-
Ne 10,38
LXX · V.PAPNPM
καὶ τὴν ἀπαρχὴν σίτων ἡμῶν καὶ τὸν καρπὸν παντὸς ξύλου οἴνου καὶ ἐλαίου οἴσομεν τοῖς ἱερεῦσιν εἰς γαζοφυλάκιον οἴκου τοῦ θεοῦ καὶ δεκάτην γῆς ἡμῶν τοῖς Λευίταις καὶ αὐτοὶ οἱ Λευῖται δεκατοῦντες ἐν πάσαις πόλεσιν δουλείας ἡμῶν -
Hbr 7,6
SBLGNT · 3XAI-S--
ὁ δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ αὐτῶν δεδεκάτωκεν Ἀβραάμ, καὶ τὸν ἔχοντα τὰς ἐπαγγελίας εὐλόγηκεν. -
Hbr 7,9
SBLGNT · 3XPI-S--
καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, δι’ Ἀβραὰμ καὶ Λευὶ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται,
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)