G1157 — 4 wystąpień
G1157 · δανειστής (daneistēs) · moneylender — δανιστής , -οῦ, ὁ ; (late form of -ειστής, Rec.; see: δανείζω), [in LXX: 4Ki.4:1 , Psa.108(109):11 (נשׁה), Pro.29:13 (רָשׁ), Sir.29:28 * ;] ; a money-lender : Luk.7:41. †; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Krl 1Ps 1Prz 1Syr 1
-
2 Krl 4,1
LXX · N.NSM
καὶ γυνὴ μία ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν ἐβόα πρὸς Ελισαιε λέγουσα ὁ δοῦλός σου ὁ ἀνήρ μου ἀπέθανεν καὶ σὺ ἔγνως ὅτι δοῦλος ἦν φοβούμενος τὸν κύριον καὶ ὁ δανιστὴς ἦλθεν λαβεῖν τοὺς δύο υἱούς μου ἑαυτῷ εἰς δούλους -
Ps 109,11
LXX · N.NSM
ἐξερευνησάτω δανειστὴς πάντα ὅσα ὑπάρχει αὐτῷ διαρπασάτωσαν ἀλλότριοι τοὺς πόνους αὐτοῦ -
Prz 36,13
LXX · N.GSM
δανιστοῦ καὶ χρεοφειλέτου ἀλλήλοις συνελθόντων ἐπισκοπὴν ποιεῖται ἀμφοτέρων ὁ κύριος -
Syr 29,28
LXX · N.GSM
βαρέα ταῦτα ἀνθρώπῳ ἔχοντι φρόνησιν ἐπιτίμησις οἰκίας καὶ ὀνειδισμὸς δανειστοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)