G1156 — 4 wystąpień
G1156 · δάνειον (daneion) · debt — δάνιον , -ου, τό ; (late form of δάνειον, Rec.; see: δανίζω), [in LXX: Deu.24:11 (נָשָׁה) 15:8, 10 (עָבַט hi.), 4Ma.2:8 * ;] ; a loan : Mat.18:27. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Pwt 3Mt 1
-
Pwt 15,8
LXX · N.ASN
ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου αὐτῷ δάνειον δανιεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται καθ᾿ ὅσον ἐνδεεῖται -
Pwt 15,10
LXX · N.ASN
διδοὺς δώσεις αὐτῷ καὶ δάνειον δανιεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται καὶ οὐ λυπηθήσῃ τῇ καρδίᾳ σου διδόντος σου αὐτῷ ὅτι διὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο εὐλογήσει σε κύριος ὁ θεός σου ἐν πᾶσιν τοῖς ἔργοις καὶ ἐν πᾶσιν οὗ ἂν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου -
Pwt 24,11
LXX · N.NSN
ἔξω στήσῃ καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗ τὸ δάνειόν σού ἐστιν ἐν αὐτῷ ἐξοίσει σοι τὸ ἐνέχυρον ἔξω -
Mt 18,27
SBLGNT · ----ASN-
σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)