G1145 — 7 wystąpień
G1145 · δακρύω (dakruō) · to weep — δακρύω ; [in LXX for בָּכָה, etc. ;] ; to weep, shed tears : Jhn.11:35. †; SYN. : κλαίω, of audible weeping, to cry ; ὀδύρομαι, of grief expressed verbally, to lament ; θρηνέω, of formal lamentation, to sing a dirge ; ἀλαλάζω, to wail in Orie… [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Hi 1Syr 2Ez 1Mi 1J 1
-
2 Mch 4,37
LXX · V.AAPNSM
ψυχικῶς οὖν ὁ Ἀντίοχος ἐπιλυπηθεὶς καὶ τραπεὶς ἐπὶ ἔλεος καὶ δακρύσας διὰ τὴν τοῦ μετηλλαχότος σωφροσύνην καὶ πολλὴν εὐταξίαν -
Hi 3,24
LXX · V.PAI1S
πρὸ γὰρ τῶν σίτων μου στεναγμός μοι ἥκει δακρύω δὲ ἐγὼ συνεχόμενος φόβῳ -
Syr 12,16
LXX · V.FAI3S
καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ γλυκανεῖ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ βουλεύσεται ἀνατρέψαι σε εἰς βόθρον ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ δακρύσει ὁ ἐχθρός καὶ ἐὰν εὕρῃ καιρόν οὐκ ἐμπλησθήσεται ἀφ᾿ αἵματος -
Syr 31,13
LXX · V.PAI3S
μνήσθητι ὅτι κακὸν ὀφθαλμὸς πονηρός πονηρότερον ὀφθαλμοῦ τί ἔκτισται διὰ τοῦτο ἀπὸ παντὸς προσώπου δακρύει -
Ez 27,35
LXX · V.AAI3S
πάντες οἱ κατοικοῦντες τὰς νήσους ἐστύγνασαν ἐπὶ σέ καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτῶν ἐκστάσει ἐξέστησαν καὶ ἐδάκρυσεν τὸ πρόσωπον αὐτῶν -
Mi 2,6
LXX · V.PAD3P
μὴ κλαίετε δάκρυσιν μηδὲ δακρυέτωσαν ἐπὶ τούτοις οὐ γὰρ ἀπώσεται ὀνείδη -
J 11,35
SBLGNT · 3AAI-S--
ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)