G1120 — 4 wystąpień
G1120 · γονυπετέω (gonupeteō) · to kneel — γονυπετέω , -ῶ) (γόνυ, πίπτω); ; __1. to fall on the knees : before ἔμπροσθεν, Mat.27:29. ; __2. to fall down before one: with accusative, Mat.17:14 , Mrk.1:40 , R, txt., 10:17.; † (AS) [STEPBible CC BY]
Mt 2Mk 2
-
Mt 17,14
SBLGNT · -PAPNSM-
Καὶ ἐλθόντων πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν -
Mt 27,29
SBLGNT · -AAPNPM-
καὶ πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ κάλαμον ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιξαν αὐτῷ λέγοντες· Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων, -
Mk 1,40
SBLGNT · -PAPNSM-
Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ γονυπετῶν λέγων αὐτῷ ὅτι Ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι. -
Mk 10,17
SBLGNT · -AAPNSM-
Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν προσδραμὼν εἷς καὶ γονυπετήσας αὐτὸν ἐπηρώτα αὐτόν· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)