G1090 — 3 wystąpień
G1090 · γεωργέω (geōrgeō) · to farm — γεωργέω , -ῶ ; (γεωργός), [in LXX: 1Ch.27:26 (עָשָׂה מְלֶאכֶת הַשָּׂדֶה), I Est.4:6 , 1Ma.14:8 * ;] ; to till the ground: pass., Heb.6:7. ; (AS) [STEPBible CC BY]
1 Krn 11 Mch 1Hbr 1
-
1 Krn 27,26
LXX · V.PAPGPM
ἐπὶ δὲ τῶν γεωργούντων τὴν γῆν τῶν ἐργαζομένων Εσδρι ὁ τοῦ Χολουβ -
1 Mch 14,8
LXX · V.PAPNPM
καὶ ἦσαν γεωργοῦντες τὴν γῆν αὐτῶν μετ᾿ εἰρήνης καὶ ἡ γῆ ἐδίδου τὰ γενήματα αὐτῆς καὶ τὰ ξύλα τῶν πεδίων τὸν καρπὸν αὐτῶν -
Hbr 6,7
SBLGNT · 3PPI-S--
γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ’ αὐτῆς ἐρχόμενον πολλάκις ὑετόν, καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις δι’ οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ θεοῦ·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)